ωσαννά
•
- θρησκείαλατρευτικό επιφώνημα Βικιλεξικό
- Ὠσαννὰ ἐν τοῖς ὑψίστοις, εὐλογημένος ὁ ἐρχόμενος, ἐν ὀνόματι Κυρίου
Ετυμολογία
ωσαννά < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὡσαννά < εβραϊκή הושענא (hosiana, hôšî‘â-nā’, σώσε τώρα! ή σώσε, προσευχόμαστε! επιφώνημα, δοξαστική επίκληση) από τους Ψαλμούς Χαλέλ και τη γιορτή της Σκηνοπηγίας
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →