ωτακουστικός
•
- που υποβοηθά την ακοή ενισχύοντας τους ήχους τους οποίους ακούει κάποιος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωτακουστικός < γαλλ. otacoustique < αρχ. ὠτακουστής
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωτακουστικός | ωτακουστική | ωτακουστικό |
| Γενική | ωτακουστικού | ωτακουστικής | ωτακουστικού |
| Αιτιατική | ωτακουστικό | ωτακουστική | ωτακουστικό |
| Κλητική | ωτακουστικέ | ωτακουστική | ωτακουστικό |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ωτακουστικοί | ωτακουστικές | ωτακουστικά |
| Γενική | ωτακουστικών | ωτακουστικών | ωτακουστικών |
| Αιτιατική | ωτακουστικούς | ωτακουστικές | ωτακουστικά |
| Κλητική | ωτακουστικοί | ωτακουστικές | ωτακουστικά |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →