ωφελιμισμός
•
- φιλοσοφίαθεωρία που ταυτίζει το όφελος με το ηθικά καλό Βικιλεξικό
- η στάση του ωφελιμιστή, η νοοτροπία πως ό,τι ωφελεί το άτομο ή την πλειονότητα των ανθρώπων είναι και ηθικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ωφελιμισμός < ωφελιμ(ιστής) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική utilitarianism
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ωφελιμισμός | ωφελιμισμοί |
| Γενική | ωφελιμισμού | ωφελιμισμών |
| Αιτιατική | ωφελιμισμό | ωφελιμισμούς |
| Κλητική | ωφελιμισμέ | ωφελιμισμοί |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →