Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωφελιμισμός

/o.fe.li.miˈzmos/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. φιλοσοφίαθεωρία που ταυτίζει το όφελος με το ηθικά καλό Βικιλεξικό
  2. η στάση του ωφελιμιστή, η νοοτροπία πως ό,τι ωφελεί το άτομο ή την πλειονότητα των ανθρώπων είναι και ηθικό Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωφελιμισμός < ωφελιμ(ιστής) + -ισμός, μεταφραστικό δάνειο από την αγγλική utilitarianism

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωφελιμισμόςωφελιμισμοί
Γενικήωφελιμισμούωφελιμισμών
Αιτιατικήωφελιμισμόωφελιμισμούς
Κλητικήωφελιμισμέωφελιμισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →