Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωφελιμότητα

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η ιδιότητα του ωφέλιμου, η χρησιμότητα Βικιλεξικό
    • O ατομοκεντρισμός φανερώνει δέσμευση στον πρωτογονισμό των ενστικτωδών ενορμήσεων, κυρίαρχη την ανάγκη κατασφάλισης (αυτοσυντήρησης – κυριαρχίας – ηδονής) του εγωτικού υποκειμένου, άρα πρωτεύουσα τη χρησιμότητα – ωφελιμότητα. O κοινωνιοκεντρισμός, αντίθετα, δηλώνει δυναμική ελευθερίας από το ένστικτο, προτεραιότητα της αυθυπέρβασης, της μετοχής, της προσφοράς, της αμοιβαιότητας. (εφ. Καθημερινή, 15.08.2016)
    • η ωφελιμότητα της εξ αποστάσεως εκπαίδευσης δεν αμφισβητείται πλέον

Ετυμολογία

ωφελιμότητα < ωφέλιμος

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωφελιμότηταωφελιμότητες
Γενικήωφελιμότηταςωφελιμοτήτων
Αιτιατικήωφελιμότηταωφελιμότητες
Κλητικήωφελιμότηταωφελιμότητες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →