Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ωχαδερφισμός

ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. στάση αδιαφορίας και αποχής από τα κοινωνικά δρώμενα Βικιλεξικό
    • ο ωχαδερφισμός θριάμβεψε στο Λυκαβηττό. Κάτω απ' αυτές τις συνθήκες, δεν είναι περίεργο που το κοινό αντέδρασε με επεισόδια στην πρεμιέρα (περιοδικό Ταχυδρόμος, τεύχη 33-43, 1979, σελ. 7)
    • Η επιπολαιότητα, η αναξιοκρατία, η ισοπέδωση, ο ωχαδερφισμός, ο συντεχνιασμός, ο χαβαλές και η σχεδόν διεστραμμένη υποκουλτούρα , ποιον ακριβώς ωφελεί ; Για σκεφτείτε το λίγο αυτό ! Τώρα εδώ ρίχνεις τα σκουπίδια και εκεί τα βρίσκεις μπρος σου (Αντώνης Αναστασιάδης, 55 Χρόνια Σκέψεις και Διαλογισμοί, Πρακτική Βιωματική Φιλοσοφία, εκδ. Ακακία, 2016)

Ετυμολογία

ωχαδερφισμός < ωχ (επιφώνημα)+ αδερφός(από την έκφραση "ωχ αδερφέ!" που δηλώνει αδιαφορία ή αγανάκτηση) + -ισμός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήωχαδερφισμόςωχαδερφισμοί
Γενικήωχαδερφισμούωχαδερφισμών
Αιτιατικήωχαδερφισμόωχαδερφισμούς
Κλητικήωχαδερφισμέωχαδερφισμοί

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →