όγκος
•
- μαθηματικάο χώρος που καταλαμβάνει ένα σώμα Βικιλεξικό
- ιατρικήμη φυσιολογική μάζα που έχει διευρυνθεί εις βάρος του οργανισμού εντός αυτού Βικιλεξικό
- συνεκδοχικάμεγάλος όγκος Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όγκος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄγκος :* για την ιατρική < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική tumeur
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όγκος | όγκοι |
| Γενική | όγκου | όγκων |
| Αιτιατική | όγκο | όγκους |
| Κλητική | όγκε | όγκοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →