όκιο
•
- ναυτικός όροςτο τρύπιο μεταλλικό τμήμα ενός πλοίου μέσα από το οποίο περνάει η άγκυρα ή οι κάβοι που το δένουν στο λιμάνι. Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όκιο < (άμεσο δάνειο) ιταλική occhio (μάτι)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όκιο | όκια |
| Γενική | όκιου | όκιων |
| Αιτιατική | όκιο | όκια |
| Κλητική | όκιο | όκια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →