όλβιος
•
- αρχαιοπρεπέςευτυχής, που ζει γαλήνια Βικιλεξικό
- Όλβιοι όσοι τον συνάντησαν και όσοι θα τον συναντήσουν (Μια σπουδαία αναδρομική έκθεση του εικαστικού Δημήτρη Μανίνη στο Ίδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης, in.gr, 9/5/2022 https://www.in.gr/2022/05/09/life/texni/apo-fainesthai-sto-einai-mia-spoudaia-ekthesi-tou-eikastikou-dimitri-manini/)
- (καθαρεύουσα) Ὅσῳ δριμύτερος ἐφύσα ἔξω ὁ βορρᾶς, ὅσῳ πυκνοτέρα κατέπιπτεν ἡ χιών, τόσω σφιγκτότερα ἐνηγκαλίζετο τὸ ὄλβιον ἐκεῖνο ζεῦγος,
Ετυμολογία
όλβιος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄλβιος
Άλλοι τύποι
ὄλβιος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →