όλκιμος
•
- τεχνολογίαπου μπορεί, μετά από ανάλογη επεξεργασία, να μετατραπεί σε σύρμα ή νήμα Βικιλεξικό
- Ολκιμότητα είναι ο δείκτης του βαθμού πλαστικής παραμόρφωσης που διατηρείται κατά την θραύση. Όλκιμα υλικά (ductile) υφίστανται πλαστική παραμόρφωση πριν από την θραύση. Ψαθυρά υλικά (brittle) ανέχονται μόνον πολύ μικρές πλαστικές παραμορφώσεις. (Διαστημικές τεχνολογίες, κεφ. 7, Δομές και Μηχανισμοί Δορυφόρων, σελ. 7 eclass.uoa.gr, Πλατφόρμα Τηλεκπαίδευσης του ΕΚΠΑ https://eclass.uoa.gr/modules/document/file.php/DI491/%CE%9A%CE%95%CE%A6%207%20%CE%94%CE%BF%CE%BC%CE%AD%CF%82%20%CE%BA%CE%B1%CE%B9%20%CE%9C%CE%B7%CF%87%CE%B1%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CE%AF%20%CE%94%CE%BF%CF%81%CF%85%CF%86%CF%8C%CF%81%CF%89%CE%BD.pdf)
Ετυμολογία
όλκιμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅλκιμος < ὁλκή < ἕλκω (σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική ductile)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | όλκιμος | όλκιμη | όλκιμο |
| Γενική | όλκιμου | όλκιμης | όλκιμου |
| Αιτιατική | όλκιμο | όλκιμη | όλκιμο |
| Κλητική | όλκιμε | όλκιμη | όλκιμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | όλκιμοι | όλκιμες | όλκιμα |
| Γενική | όλκιμων | όλκιμων | όλκιμων |
| Αιτιατική | όλκιμους | όλκιμες | όλκιμα |
| Κλητική | όλκιμοι | όλκιμες | όλκιμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →