Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όλο

επίρρημα
•
  1. χρονικό επίρρημασυνεχώς Βικιλεξικό
    • Όλο περπατάω, μα πού πάω, πού να πάω, / όνειρα κι αγάπες έχουν όλα προδοθεί, / τώρα οδοιπόρος τραβάω για τ’ Άγιον Όρος, / αχ, τον κόσμο τούτονε τον έχω βαρεθεί. (Από τραγούδι σε στίχους του Νίκου Γκάτσου)
  2. όλο και: δίνει επιτατική σημασία σ' αυτά που ακολουθούν Βικιλεξικό
    • Όλο και αυξάνεται το όζον στην Αθήνα (*)

Ετυμολογία

όλο < μεσαιωνική ελληνική ὅλο < αρχαία ελληνική ὅλον < ὅλος

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →