Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όνειος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. που έχει σχέση με όνο, ανήκει ή αναφέρεται σ’ αυτόν Βικιλεξικό

Ετυμολογία

όνειος < αρχαία ελληνική ὄνειος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόνειοςόνειαόνειο
Γενικήόνειουόνειαςόνειου
Αιτιατικήόνειοόνειαόνειο
Κλητικήόνειεόνειαόνειο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόνειοιόνειεςόνεια
Γενικήόνειωνόνειωνόνειων
Αιτιατικήόνειουςόνειεςόνεια
Κλητικήόνειοιόνειεςόνεια

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →