όνος όνον τρίβει
•
- σκωπτικόγια συμπεριφορές μεταξύ ανάξιων ανθρώπων Βικιλεξικό
- ειδικότεραγια φιλοφρονήσεις και κολακείες μεταξύ ευτελών ανθρώπων Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όνος όνον τρίβει < (καθαρεύουσα) ὄνος ὄνον τρίβει (γάιδαρος γάιδαρο ξύνει) < λατινική asinus asinum fricat ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →