Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

οντάς

/onˈdas/ουσιαστικό, αρσενικό
•
  1. λαϊκότροποδωμάτιο Βικιλεξικό
    • Ξανά κοντά σου μες στον οντά σου / απόψε πάλι θα βρεθώ, / μες στη γλυκιά αγκαλιά σου, / στα χάδια στα φιλιά σου, γλυκά θα κοιμηθώ (από τραγούδι του Στέλιου Καζαντζίδη σε στίχους Χρ. Κολοκοτρώνη)

Ετυμολογία

οντάς < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὀντάς < οθωμανική τουρκική اوطه (τουρκική oda) < πρωτοτουρκική *ōtag

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοντάςοντάδες
Γενικήοντάοντάδων
Αιτιατικήοντάοντάδες
Κλητικήοντάοντάδες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

όντας

/ˈon.das/ρήμα
•
  1. ων μορφή με νεότερες καταλήξεις Βικιλεξικό
    • όντας απαισιόδοξος, δεν ελπίζει σε τίποτα

Ετυμολογία

όντας, ων μετοχή ενεστώτα του ρήματος είμαι με νεότερες καταλήξεις: αρχαία ελληνική ὤν, γενική ὄντος μετοχή ενεργητικού ενεστώτα του ρήματος εἰμί

Άλλοι τύποι

ονούσα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

όντας

/ˈon.das/σύνδεσμος
•
  1. λαϊκότροποόταν, με άκλιτο τύπο, σχεδόν ως επίρρημα Βικιλεξικό
    • θα το δεις όντας τελειωμένο (θα το δεις όταν τελειώσει)

Ετυμολογία

όντας < από το μεσαιωνικό ὄντα με κάποια επίδραση του όταν

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →