όξυνση
•
- το να γίνεται κάτι αιχμηρό Βικιλεξικό
- βελτίωση της αντιληπτικής ικανότητας κάποιου Βικιλεξικό
- αύξηση της έντασης σε βαθμό ανεπιθύμητο ή δυσάρεστο Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όξυνση < οξύνω + -ση ( < -σις)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όξυνση | οξύνσεις |
| Γενική | όξυνσης | οξύνσεων |
| Αιτιατική | όξυνση | οξύνσεις |
| Κλητική | όξυνση | οξύνσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →