όπα
•
- επιφώνημα που χρησιμοποιείται για να εκφράσουμε θαυμασμό, ειρωνεία, ξάφνιασμα Βικιλεξικό
- ως συνοδευτικό κινήσεων σε λαϊκούς χορούς Βικιλεξικό
- στο ταχτάρισμα μωρών Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όπα < επέκταση του οπ < τουρκική hop (εμπρός, πήδα!) ηχομιμητικής λέξης.
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →