όπερα
•
- μουσικήμουσικοθεατρικό είδος, που συνδυάζει το δράμα, τη θεατρική δράση, με τη μουσική, με το τραγούδι Βικιλεξικό
- Η όπερα γεννήθηκε στη Φλωρεντία του 16ου αιώνα, από την προσπάθεια μιας παρέας φίλων ουμανιστών να αναβιώσουν το αρχαίο ελληνικό δράμα.
- κάθε συγκεκριμένο έργο του είδους αυτού Βικιλεξικό
- οι καλλιτέχνες θα ερμηνεύσουν άριες από διάσημες όπερες
- κτίριο που φτιάχτηκε κατάλληλα για να στεγάζει τέτοιου είδους παραστάσεις Βικιλεξικό
- Η όπερα του Σίδνεϊ είναι έργο του δανού αρχιτέκτονα Jørn Utzon.
- ο φορέας, η διοίκηση, ο θεμός μιας συγκεκριμένης όπερας Βικιλεξικό
- Έχει εμφανιστεί στις σπουδαιότερες όπερες του κόσμου, στην όπερα του Μιλάνου, στην όπερα Metropolitan της Νέας Υόρκης.
Ετυμολογία
όπερα < (άμεσο δάνειο) ιταλική opera < λατινική opera (έργο), επίσης πληθυντικός αριθμός του opus (έργο)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όπερα | όπερες |
| Γενική | όπερας | οπερών |
| Αιτιατική | όπερα | όπερες |
| Κλητική | όπερα | όπερες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →