Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όπτηση

/ˈo.pti.si/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. λόγιοτο ψήσιμο (των κεραμικών) Βικιλεξικό
    • Το παραγόμενο έκτυπο - έκμαγμα ήταν συνήθως λίγο μικρότερο από το αρχέτυπο, καθώς η αρχική πήλινη μήτρα συρρικνωνόταν κατά την όπτηση (Α. Γιαννακούρη, Κοροπλαστική και μικροτεχνία στον αιγαιακό χώρο από τους γεωμετρικούς χρόνους έως και τη Ρωμαϊκή περίοδο, Διεθνές συνέδριο στη μνήμη της Ηούς Ζερβουδάκη, Ρόδος, 26-29 Νοεμβρίου 2009, τόμος 2, 2014, σελ. 203)

Ετυμολογία

όπτηση < αρχαία ελληνική ὄπτησις

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήόπτησηοπτήσεις
Γενικήόπτησηςοπτήσεων
Αιτιατικήόπτησηοπτήσεις
Κλητικήόπτησηοπτήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →