όργωμα
•
- η κατεργασία του εδάφους με γεωργικά μηχανήματα, (τρακτέρ, άροτρο, δισκάροτρο), με σκοπό την αναμόχλευσή του και το αναποδογύρισμά του Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όργωμα < μεσαιωνική ελληνική όργωμα < οργώνω < ὄργον < αρχαία ελληνική ἔργον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όργωμα | οργώματα |
| Γενική | οργώματος | οργωμάτων |
| Αιτιατική | όργωμα | οργώματα |
| Κλητική | όργωμα | οργώματα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →