όρκα
•
- θαλάσσιο θηλαστικό ζώομεγάλο θαλάσσιο αρπακτικό, που συγγενεύει με τα δελφίνια, γνωστή και ως φάλαινα δολοφόνος Βικιλεξικό
- μεταφορικάκακή και χοντρή γυναίκα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όρκα < (άμεσο δάνειο) γαλλική orque < λατινική orca < (πιθανόν) ελληνιστική κοινή ὄρυξ (ένα είδος φάλαινας)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όρκα | όρκες |
| Γενική | όρκας | ορκών |
| Αιτιατική | όρκα | όρκες |
| Κλητική | όρκα | όρκες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →