όροφος
•
- χώρος οικοδομής ανάμεσα σε δύο οροφές που αποτελείται από ένα ή περισσότερα διαμερίσματα που βρίσκονται στο ίδιο επίπεδο (ο όρος δεν εφαρμόζεται στο υπόγειο, το ισόγειο, ή τον ημιώροφο) Βικιλεξικό
- πρώτος όροφος
- τρίτος όροφος
Ετυμολογία
όροφος < αρχαία ελληνική ὄροφος < ἐρέφω
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όροφος | όροφοι |
| Γενική | ορόφου / όροφου | ορόφων |
| Αιτιατική | όροφο | ορόφους |
| Κλητική | όροφε | όροφοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →