Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όρτσα

επιφώνημα
•
  1. ναυτικός όροςναυτικό παράγγελμα ένα σκάφος που πλέει (ανεβαίνει) όσο πιο αντίθετα στον άνεμο μπορεί Βικιλεξικό

Ετυμολογία

όρτσα < μεσαιωνική ελληνική όρτσα < ιταλική orza < orzare < δημώδης λατινική *ortiare < λατινική oriri, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος orior < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(H)r̥-nw- (ρέω, κινώ, τρέχω, ανεβαίνω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

όρτσα

επίρρημα
•
  1. ναυτικός όροςάνοιγμα όλων των πανιών, ώστε αυτά να «φουσκώνουν» από τον υφιστάμενο άνεμο Βικιλεξικό

Ετυμολογία

όρτσα < μεσαιωνική ελληνική όρτσα < ιταλική orza < orzare < δημώδης λατινική *ortiare < λατινική oriri, απαρέμφατο ενεστώτα του ρήματος orior < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *(H)r̥-nw- (ρέω, κινώ, τρέχω, ανεβαίνω)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →