όρχος
•
- ο στρατιωτικός σχηματισμός που σε καιρό πολέμου φροντίζει για τον ανεφοδιασμό, τη συντήρηση και την επισκευή διαφόρων υλικών Βικιλεξικό
- το σύνολο των στρατιωτικών οχημάτων Βικιλεξικό
- ο τόπος όπου είναι συγκεντρωμένα τα στρατιωτικά οχήματα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όρχος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄρχος (σειρά από οπωροφόρα δέντρα ή αμπέλια), σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική parc militaire ή σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική military park
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όρχος | όρχοι |
| Γενική | όρχου | όρχων |
| Αιτιατική | όρχο | όρχους |
| Κλητική | όρχε | όρχοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →