όσο
•
- για δήλωση ποσότητας ή έκτασης, ενίοτε σε ίδιο επίπεδο με μια άλλη Βικιλεξικό
- Θα μείνω όσο θέλεις.
- με επίρρημα συγκριτικού βαθμού
- για δήλωση αναφοράς Βικιλεξικό
- όσο για τον αδερφό του
- δηλώνει προσδοκώμενη πράξη η οποία θα συντελεστεί συγχρόνως με την πράξη που εκφράζει η κύρια πρόταση Βικιλεξικό
- Ας περιμένουμε όσο να σταματήσει η βροχή.
- συχνά σε διηγήσεις με το να δηλώνει πράξη η οποία χρονικά ακολουθεί την πράξη της κύριας προσδιοριζόμενης πρότασης Βικιλεξικό
- Όσο να τελειώσεις εσύ, εγώ θα 'χω γυρίσει.
Ετυμολογία
όσο < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὅσον, ουδέτερο του ὅσος
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →