όσπριο
•
- συνήθως πληθυντικόςοι αποξηραμένοι σπόροι διαφόρων φυτών (φασόλια, φακές) Βικιλεξικό
- Το φαγητό ήταν υπέροχο, όπως και χτες. Ωμή σαλάτα, ο ζωμός από τα σιγοβρασμένα όσπρια κι από κάτω ο πολτός των οσπρίων, με καυτερή πιπερίτσα, ρίγανη κ.α. μυρωδικά. Με τόσο νόστιμα χορτοφαγικά γεύματα, και κρεοφάγος αν ήσουν, θα εγκατέλειπες για πάντα την κρεοφαγία. (Ευάγγελος Γράψας, Ο Αχρημάς - Μέρος 1, Ο Καλαμάνθρωπος και τα Μαγικά Χαλιά του, εκδ. Ακακία, 2011 https://www.google.gr/books/edition/%CE%9F_%CE%91%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%AC%CF%82_%CE%9C%CE%AD%CF%81%CE%BF%CF%82_1/2ry0BgAAQBAJ?hl=en&gbpv=1&dq=%22%CF%87%CE%BF%CF%81%CF%84%CE%BF%CF%86%CE%B1%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AC%22&pg=PT39&printsec=frontcover)
- Συγύριζα το σπίτι όπως όπως, συδαύλιζα τη φωτιά να γίνουν γρήγορα τα όσπρια κι ετοίμαζα το κολατσιό που μου άρεσε, την καπύρα. Έκοβα μια χοντρή φέτα από το καρβέλι, την έψηνα στη θράκα και ζεστή ζεστή την άλειβα με λάδι. Πριν πάρω το δρόμο για τη θάλασσα, την είχα κιόλας καταβροχθίσει. (Λίτσα Ψαραύτη, Το χαμόγελο της Εκάτης, εκδ. Πατάκη, 1996, σελ. 76)
- Χούμους στο πρωινό των ξενοδοχείων, συνοδευμένο από ψιλοκομμένη αγγουροντοματοσαλάτα που πρόσθετε στη γήινη, χωμάτινη γεύση του οσπρίου ευπρόσδεκτη δροσιά.
Ετυμολογία
όσπριο < αρχαία ελληνική ὄσπριον
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όσπριο | όσπρια |
| Γενική | οσπρίου / όσπριου | οσπρίων |
| Αιτιατική | όσπριο | όσπρια |
| Κλητική | όσπριο | όσπρια |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →