όστρια
•
- άνεμοςο νότιος άνεμος, ο νοτιάς Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όστρια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὄστρια < (άμεσο δάνειο) ιταλική ostro (παλαιά ιταλικά) + -ια < λατινική auster (νότιος άνεμος)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όστρια | όστριες |
| Γενική | όστριας | — |
| Αιτιατική | όστρια | όστριες |
| Κλητική | όστρια | όστριες |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →