όταν
•
- εισάγει δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις Βικιλεξικό
- εισάγει δευτερεύουσες χρονικο-υποθετικές προτάσεις Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όταν < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική ὅταν < ὅτʼ ἄν (ὅτε ἄν)
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →