ότι
•
- ειδικός σύνδεσμοςεισάγει δευτερεύουσες προτάσεις μετά από ρήμα λεκτικό, δοξαστικό, αισθήσεως κλπ ή παράγωγό του Βικιλεξικό
- Λέει ότι γνωρίζει το αντικείμενο.
- Μας διαβεβαίωσε ότι πήρε ό,τι χρειαζόταν.
- Αποφάσισε ότι έπρεπε να φύγει.
- αιτιολογικός σύνδεσμοςδιότι Βικιλεξικό
- Χαίρομαι ότι δικαιώθηκαν οι προβλέψεις μου.
- χρονικός σύνδεσμοςμόλις, μόλις τη στιγμή που... Βικιλεξικό
- Ότι είχα μπει μέσα στο σπίτι και χτύπησε το τηλέφωνο.
Ετυμολογία
ότι < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὅτι
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →