Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όφκαιρος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. εύκαιρος, διαθέσιμος, άδειος Βικιλεξικό
    • (κρητικά) Εγώ παντίζω τους καημούς μόνο χαρές κρατίζω κι ετσά' ναι ο δρόμος όφκαιρος συνέχεια να γλεντίζω (Δημήτρης Μύρου Κοτζάκης, Κρήτη του Κόσμου Αρχόντισσα, Εκδ. Καλέντης, 2003, σελ. 37)
    • (κυπριακά) μιαν άλλην ημέραν τζοιμήθηκα μέσ’ σ’ ένα σπίτι που το ήβρα όφκαιρον (Χριστόφορος Σάββας, Το καλύτερον Τζοιμήσιν, 31/10/2016 https://web.archive.org/web/20221028111934/https://www.bibliotheque.gr/article/59905)

Ετυμολογία

όφκαιρος < εύκαιρος

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόφκαιροςόφκαιρηόφκαιρο
Γενικήόφκαιρουόφκαιρηςόφκαιρου
Αιτιατικήόφκαιροόφκαιρηόφκαιρο
Κλητικήόφκαιρεόφκαιρηόφκαιρο

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήόφκαιροιόφκαιρεςόφκαιρα
Γενικήόφκαιρωνόφκαιρωνόφκαιρων
Αιτιατικήόφκαιρουςόφκαιρεςόφκαιρα
Κλητικήόφκαιροιόφκαιρεςόφκαιρα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →