Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

όχημα

/ˈo.çi.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. μέσο μεταφορών προσώπων ή αντικειμένων Βικιλεξικό
    • το ποδήλατο είναι ένα οικονομικό και οικολογικό όχημα
  2. μεταφορικάκάθε μέσο που χρησιμοποιούμε για να πετύχουμε κάποιο σκοπό Βικιλεξικό
    • Στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού Green Deal και της μετάβασης προς μια οικονομία ουδέτερου ισοζυγίου άνθρακα έως το 2050, με όχημα της Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας, η αποθήκευση ενέργειας με τη μέθοδο της αντλησιοταμίευσης θεωρείται κομβική (Αντλησιοταμίευση: Τι είναι και πως θα αλλάξει το ενεργειακό μας τοπίο, Το Βήμα, 16/08/2022 https://www.tovima.gr/print/finance/ora-miden-gia-tin-apothikeysi-energeias/)
    • με όχημα τη φαντασία...

Ετυμολογία

όχημα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄχημα (κάρο)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήόχημαοχήματα
Γενικήοχήματοςοχημάτων
Αιτιατικήόχημαοχήματα
Κλητικήόχημαοχήματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →