όχληση
•
- λόγιοάλλη γραφή του ενόχληση Βικιλεξικό
- νομικός όροςυπόμνηση ή πρόσκληση σε κάποιον, συνήθως μέσω μιας νομικής διαδικασίας, να εκπληρώσει κάποιες υποχρεώσεις του Βικιλεξικό
- οικολογίαπεριβαλλοντική επιβάρυνση (ρύπανση, μόλυνση κ.λπ.) Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όχληση < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὄχλησις < ὀχλέω / ὀχλῶ.
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όχληση | οχλήσεις |
| Γενική | όχλησης | οχλήσεων |
| Αιτιατική | όχληση | οχλήσεις |
| Κλητική | όχληση | οχλήσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →