όχτος
•
- ειδικότεραχαμηλό ύψωμα γης που φτιάχνεται σε κεκλιμένες καλλιέργειες, για να συγκρατεί το χώμα Βικιλεξικό
Ετυμολογία
όχτος < μεσαιωνική ελληνική όχτος < αρχαία ελληνική ὄχθος
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | όχτος | όχτοι |
| Γενική | όχτου | όχτων |
| Αιτιατική | όχτο | όχτους |
| Κλητική | όχτε | όχτοι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →