Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ύμνηση

ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. η διαδικασία ή το αποτέλεσμα του υμνώ Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ύμνηση < ελληνιστική κοινή ὕμνησις < αρχαία ελληνική ὑμνέω

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήύμνησηυμνήσεις
Γενικήύμνησηςυμνήσεων
Αιτιατικήύμνησηυμνήσεις
Κλητικήύμνησηυμνήσεις

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →