ύπερος
•
- βοτανικήτο θηλυκό όργανο του άνθους που αποτελείται από ένα ή περισσότερα καρπόφυλλα, τα οποία είτε συμφύονται μεταξύ τους είτε όχι Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ύπερος < αρχαία ελληνική ὕπερος (γουδοχέρι) ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική pistil)
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ύπερος | ύπεροι |
| Γενική | υπέρου / ύπερου | υπέρων / ύπερων |
| Αιτιατική | ύπερο | υπέρους / ύπερους |
| Κλητική | ύπερε | ύπεροι |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →