ύφεση
•
- ιατρικήυποχώρηση της έντασης Βικιλεξικό
- Η επιδημία παρουσίασε ύφεση.
- Μετά από πέντε χρόνια, η νόσος μου επιτέλους βρίσκεται σε ύφεση.
- διεθνής πολιτικήυποχώρηση της έντασης Βικιλεξικό
- οικονομίαυποχώρηση της έντασης Βικιλεξικό
- μουσικήη αλλοίωση ενός φθόγγου κατά ένα ημιτόνιο προς τα κάτω Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ύφεση < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφε(σις) (χαλάρωση των χορδών μουσικού οργάνου, ελάττωση)+ -ση < ὑφίημαι (υποχωρώ) < ὑπό (ύφ-) ἵημι. : υποχώρηση έντασης < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική détente : οικονομική ύφεση < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική dépression
Κλίση
| Ενικός | Πληθυντικός | |
|---|---|---|
| Ονομαστική | ύφεση | υφέσεις |
| Γενική | ύφεσης | υφέσεων |
| Αιτιατική | ύφεση | υφέσεις |
| Κλητική | ύφεση | υφέσεις |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →