Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ύφος

ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. ο τόνος της φωνής και η έκφραση του προσώπου που δείχνουν την ψυχική διάθεση Βικιλεξικό
    • μου απάντησε με πολύ αυστηρό ύφος
  2. ειδικότερατο υπεροπτικό ή σπουδαιοφανές στοιχείο στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου Βικιλεξικό
    • Δε μ' αρέσει αυτός ο άνθρωπος. Έχει πολύ ύφος.
  3. λογοτεχνίαο προσωπικός τρόπος με τον οποίο κάποιος γράφει ή μιλάει Βικιλεξικό
    • το ύφος του συγγραφέα είναι απλό αλλά γλαφυρό
  4. γλωσσολογίαη επιλογή του τρόπου γραφής ή ομιλίας ανάλογα με την περίσταση, με το περιβάλλον, το περικείμενο Βικιλεξικό
    • ανεπίσημο ύφος: «Μιλάτε συχνά στο τηλέφωνο;» επίσημο ύφος: «Ομιλείτε, παρακαλώ!»
    • επίσημο, δραματικό, παρωχημένο ύφος: «Γνώριμη είναι η φωνή που ακούεις. Γνωρίζεις ποίος σου ομιλεί. Είμαι ο Μακάριος.» (ραδιοφωνικό μήνυμα του Μακάριου, Ιούλιος 1974)

Ετυμολογία

ύφος < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕφος (αρχαία σημασία: ύφανση) < ὑφή < ὑφαίνω : για τον όρο γλωσσολογίας < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική register

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήύφοςύφη
Γενικήύφουςυφών
Αιτιατικήύφοςύφη
Κλητικήύφοςύφη

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →