Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ύψωμα

/ˈi.pso.ma/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. φυσική ή τεχνητή έξαρση του εδάφους Βικιλεξικό
    • Το νερό των γκέυζερ είναι κατά ένα μέρος μετεωρικό και το άλλο νεαρό, δηλ. μαγματικής προέλευσης, όπως φαίνεται από τις ισοτοπικές συνθέσεις του C14. Μεταφέρει μεγάλες ποσότητες διαλυμένου υλικού, που το αποθέτει στην επιφάνεια σε υψώματα και αναβαθμίδες, το μεν ανθρακικό ως τραβερτίνη, το δε πυριτικό ως γκεϋζερίτη. (Α. Αλεξούλη - Λειβαδίτη, Γεωμορφολογία, Αθήνα, Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, Σχολή Μηχανικών Μεταλείων - Μεταλλουργών, 2008, σελ. 82)
  2. χριστιανισμόςτο αντίδωρο με τη σφραγίδα με το Σταυρό από το κέντρο ου πρόσφορου Βικιλεξικό
  3. χριστιανισμόςβρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς που «υψώνεται» τελετουργικά και ευλογείται σε εκκλησίες από τους συγγενείς κάποιου εορτάζοντα ή τον ίδιο τον εορτάζοντα ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) Βικιλεξικό
    • εκφράσεις: «σηκώνω ύψωμα»: (εκκληστιαστικό) διαβάζω τελετουργικά σε εκκλησία βρασμένο στάρι με διάφορους καρπούς, που «υψώνεται» από τον ιερέα και ευλογείται προς τιμήν κάποιου που εορτάζει

Ετυμολογία

ύψωμα < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὕψωμα :* για την εκκλησιαστική σημασία < υψών(ω) + -μα (κυριολεκτικά: το να υψώνω)

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήύψωμαυψώματα
Γενικήυψώματοςυψωμάτων
Αιτιατικήύψωμαυψώματα
Κλητικήύψωμαυψώματα

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →