ώκιμον
•
- φυτολογίαο βασιλικός Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ώκιμον < ελληνιστική ὤκιμον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ώκιμον < ελληνιστική ὤκιμον
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →