ώριμος
•
- για καρπό που μπορεί πια να καταναλωθεί· ο γινωμένος Βικιλεξικό
- Με γλυκαίνει το ώριμο φρούτο και με δροσίζει το αγουρωπό (Μίλτος Πρωτογερέλλης, Τα ρέστα σας, εκδ. Ύψιλον / Βιβλία, 2001, σελ. 19
- για άτομο που ενεργεί με ωριμότητα, δηλαδή έχει συγκροτημένη προσωπικότητα και ισορροπημένη συμπεριφορά Βικιλεξικό
- για τον πλήρως ανεπτυγμένο άνθρωπο που προσφέρεται για κάτι, αλλά και την κατάσταση ή ενέργεια που πληροί τις προϋποθέσεις για ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, π.χ. Βικιλεξικό
- ο ώριμος, μεστός λόγος του, έπεισε το ακροατήριο
- ήταν πια ώριμες οι συνθήκες για την αλλαγή
- ήταν αρκετά ώριμη για να γίνει μητέρα
- για τον ενήλικα, αλλά συνήθως το άτομο που πλησιάζει ή ήδη ανήκει στη μέση ηλικία π.χ. Βικιλεξικό
- ήρθε μια κυρία ώριμης ηλικίας
- Τα βιβλία του που θερμαίνουν όχι μόνο τη νεανική φαντασία, μα και των ώριμων, είναι σαφώς προφητικά. (Έλλη Αλεξίου (1955) Ιούλιος Βερν [δοκίμιο])
Ετυμολογία
ώριμος < αρχαία ελληνική ὥριμος < ὥρα (εποχή)
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ώριμος | ώριμη | ώριμο |
| Γενική | ώριμου | ώριμης | ώριμου |
| Αιτιατική | ώριμο | ώριμη | ώριμο |
| Κλητική | ώριμε | ώριμη | ώριμο |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ώριμοι | ώριμες | ώριμα |
| Γενική | ώριμων | ώριμων | ώριμων |
| Αιτιατική | ώριμους | ώριμες | ώριμα |
| Κλητική | ώριμοι | ώριμες | ώριμα |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →