ώσπου
•
- χρονικόςεισάγει δευτερεύουσες χρονικές προτάσεις που δηλώνουν το τέλος της χρονικής περιόδου μέσα στην οποία συντελέστηκε ή αναμένεται να ολοκληρωθεί η ενέργεια του ρήματος της κύριας Βικιλεξικό
- θα έχω έρθει ώσπου να πεις κίμινο
- γκρίνιαζε χρόνια ολόκληρα, ώσπου μια μέρα ο άλλος αγανάκτησε και την παράτησε
- περίμενε πολύ, ώσπου βαρέθηκε πια και έφυγε
Ετυμολογία
ώσπου < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ὥσπου < φράση ἕωςὅπου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →