ώστε
•
- με σκοπό να... , έτσι που να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα) Βικιλεξικό
- διαβάζει πολύ ώστε να γράψει καλά στις εξετάσεις
- με αποτέλεσμα να... (η δευτερεύουσα πρόταση περιγράφει το πραγματικό αποτέλεσμα) Βικιλεξικό
- έχει τόση αυστηρότητα, ώστε καταντά αντιπαθητικός
- κύρια πρόταση Βικιλεξικό
- Ώστε ήρθες επιτέλους!
- Ώστε δεν πεινάς, αφού έφαγες έξω!
Ετυμολογία
ώστε < αρχαία ελληνική ὥστε < ὥς + τε
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →