ώτα
•
- πληθυντικός της λέξης ους (το αφτί) Βικιλεξικό
- τα ὦτα στο μονοτονικό Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ώτα < ὦτα, πληθ. του οὖς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ώτα < ὦτα, πληθ. του οὖς
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →