Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ώχρα

/ˈo.xɾa/ουσιαστικό, θηλυκό
•
  1. ονομασία χρώματος της ζωγραφικής αλλά και γενικά της βαφής, σε τόνους του κίτρινου, του καφέ και του κόκκινου. Βικιλεξικό
  2. σιδηρούχο ορυκτό με χρώμα από ανοιχτό κίτρινο μέχρι κόκκινο και καφέ, το οποίο χρησιμοποιείται κυρίως ως χρωστική ουσία. Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ώχρα < αρχαία ελληνική ὤχρα < ὠχρός

Κλίση

ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήώχραώχρες
Γενικήώχραςωχρών
Αιτιατικήώχραώχρες
Κλητικήώχραώχρες

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ωχρά

επίθετο
•
  1. καθαρεύουσαθηλυκό του ωχρός, δηλαδή η ωχρή, η κιτρινωπή Βικιλεξικό
    • ωχρά σπειροχαίτη
    • η ωχρά κηλίδα του ματιού ή οφθαλμού

Ετυμολογία

ωχρά < ωχρός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →

ωχρά

επίρρημα
•
  1. χωρίς να γίνεται κάτι αντιληπτό, αμυδρά, με ασάφεια Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ωχρά < ωχρός

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →