ἀγυιά
•
- καθαρεύουσαστενός δρόμος, δρομάκι, σοκάκι Βικιλεξικό
- Έβρεχε ραγδαίως και η πνευστιώσα λάμψις των φανών του φωταερίου αντενακλάτο θαμβή επί των καθύγρων και ολισθηρών πλακών της λιθοστρώτου μικράς αγυιάς. (Χαράλαμπος Άννινος, Αττικαί ημέραι)
Ετυμολογία
ἀγυιά < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄγυια, με σπάνια μορφή ἀγυιά
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →