ἀδεξίως
•
- καθαρεύουσααδέξια Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἀδεξίως < ελληνιστική κοινή ἀδέξι(ος) + -ως
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →
Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.
ἀδεξίως < ελληνιστική κοινή ἀδέξι(ος) + -ως
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →