ἀποφαλάκρωσις
•
- καθαρεύουσαη αποφαλάκρωση Βικιλεξικό
- καθαρεύουσαη αποψίλωση Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἀποφαλάκρωσις < ελληνιστική κοινή ἀποφαλακρόω/ἀποφαλακρῶ < ἀπό + φαλακρός < φαλός (<φάω) + ἄκρος :: Λέξη που πρωτοαναφέρθηκε στην εφημερίδα Ακρόπολη στις 9/10/1890
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →