Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀσύφταγος

επίθετο, αρσενικό
•
  1. απρόφταστος, που δεν τον προφταίνει κάποιος Βικιλεξικό
  2. αχόρταγος Βικιλεξικό
  3. ιδιαίτερα ανυπόμονος Βικιλεξικό
  4. ανεπιθύμητος, που δε θέλουμε να φτάσει Βικιλεξικό
  5. ανάξιος, που δεν κάνει προκοπή Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἀσύφταγος < → λείπει η ετυμολογία

Κλίση

Ενικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστικήἀσύφταγοςἀσύφταγηἀσύφταγο
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Πληθυντικός

ΑρσενικόΘηλυκόΟυδέτερο
Ονομαστική———
Γενική———
Αιτιατική———
Κλητική———

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →