ἀσύφταγος
•
- απρόφταστος, που δεν τον προφταίνει κάποιος Βικιλεξικό
- αχόρταγος Βικιλεξικό
- ιδιαίτερα ανυπόμονος Βικιλεξικό
- ανεπιθύμητος, που δε θέλουμε να φτάσει Βικιλεξικό
- ανάξιος, που δεν κάνει προκοπή Βικιλεξικό
Ετυμολογία
ἀσύφταγος < → λείπει η ετυμολογία
Κλίση
Ενικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | ἀσύφταγος | ἀσύφταγη | ἀσύφταγο |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Πληθυντικός
| Αρσενικό | Θηλυκό | Ουδέτερο | |
|---|---|---|---|
| Ονομαστική | — | — | — |
| Γενική | — | — | — |
| Αιτιατική | — | — | — |
| Κλητική | — | — | — |
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →