Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἀφίχθην

/aˈfi.xθin/ρήμα
•
  1. α΄ πρόσωπο ενικού οριστικής αορίστου του ἀφικνοῦμαι: αφίχθην έφτασα, έφτασα στον προορισμό μου Βικιλεξικό

Ετυμολογία

ἀφίχθην (καθαρεύουσα): σχηματισμός παθητικού αορίστου (εσφαλμένα, αντί της χρήσης του αρχαίου μέσου αορίστου ἀφικόμην) με βάση το αφιχθ- όπως στο απαρέμφατο του παρακείμενου, ἀφῖχθαι του αρχαίου ρήματος ἀφικνοῦμαι < ἀφικνέομαι

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →