ἄφνω
•
- καθαρεύουσαόπως το αρχαίο ἄφνω· ξαφνικά Βικιλεξικό
- ΓΡΑΜ. Επύκνωσες, Λογιώτατε, την ατμοσφαίραν από γενικάς απολύτους. ΛΟΓ. Άφνω ο Αλβανός μετά του Κρητός εμαχεσάτην. ΓΡΑΜ. Να δα κι ένας δυϊκός αριθμός!!!
- ΣΚΗΝΗ Δ΄. [Ἀκούονται ὑπόκωφοι γδοῦποι. Ὁ κύριος Τοτόμης δι' εὐμεγέθους μοχλοῦ ἐξορύττει λίθους ἐκ τῆς Πνυκὸς οὓς μεταφέρει ἐπ' ὤμων καὶ ῥίπτει ἐγγὺς πεπυρακτωμένων ἀσβεστοκαμίνων. Πλησιάζουσι πάντες ἄκρῳ τῷ ποδί. Ὁ Δημοσθένης συλλαμβάνει ἄφνω ἐκ τοῦ ὠτὸς τὸν κύριον Τοτόμην, ὅστις ἅνατινάσσεται ἔντρομος.]
Ετυμολογία
ἄφνω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἄφνω
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →