ελόγου
•
- λαϊκότροποαντωνυμική περίφραση (μαζί με γενική αντωνυμίας) που χρησιμοποιείται —συνήθως στην αρχή της πρότασης— αντί απλής προσωπικής αντωνυμίας, με έμφαση ή ειρωνική/μειωτική χροιά για το πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται, δηλώνοντας τον ίδιο τον ομιλητή ή τον αποδέκτη με ιδιαίτερο ύφος Βικιλεξικό
- Έκανα κι ελόγου μου τηλεόραση (παράλληλα με την έντυπη) ως ρεπόρτερ. Ήταν λίγο μετά τη Μεταπολίτευση, στην εκπομπή «Παρασκήνιο», μια πρωτότυπη εξωτερική παραγωγή στην τότε — δημόσια ακόμα — τηλεόραση. (www.efsyn.gr, 30.05.2021)
- Για τα παιδιά έλεγε, αλλά κι ελόγου της έτσι κι έμπαινε στο νερό ξεχνούσε να βγει, μα κι όταν έβγαινε την άραζε στην ξαπλώστρα με τις ώρες κι εγώ καθόμουν μέχρι αργά στο δωμάτιο του ξενοδοχείου διαβάζοντας (Ελένη Σαραντίτη-Παναγιώτου, Γυναίκα με τριαντάφυλλο, εκδ. Καστανιώτη, 2006, σελ. 36)
Ετυμολογία
ελόγου < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ἐλόγου + (μου, σου, του, της, μας, ...) < (τοῦ) λόγου (μου, σου, του, της, μας, ...) ε- + λόγου / ἐλόγου
Άλλοι τύποι
λόγου
Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →