Οι τόνοι δεν μετράνε. Δοκίμασε και κλιτούς τύπους — έκανες.

ἐμπόριον

/emˈbo.ɾi.on/ουσιαστικό, ουδέτερο
•
  1. καθαρεύουσατο εμπόριο Βικιλεξικό
    • Οἱ Ἰάπωνες δὲν ἐφάνησαν κατ’ ἀρχὰς εὐδιάθετοι νὰ ἐξακολουθήσωσι τὸ ἐμπόριον τούτου μετὰ τῶν ξένων κατὰ τὴν πρώτην αὐτῶν προσέλασιν· κατόπιν ὅμως μετενόησαν, διότι ἐννόησαν ὅτι τὸ κέρδος ἦτο ἰδικόν των.

Ετυμολογία

ἐμπόριον < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ἐμπόριον (ἐν + πορεία)

Κάτι δεν είναι σωστό; Βοήθησε να βελτιώσουμε αυτήν την καταχώρηση. →